Πώς φτιάχνουμε σπιτικές ελιές

Οι πιο διαδεδομένες σπιτικές φαγώσιμες ελιές είναι οι χονδροελιές που γίνονται στουμπιστές και των Καλαμών που γίνονται χαρακωτές και ξιδάτες.


Από Οκτώβριο μέχρι Ιανουάριο είναι η εποχή που ωριμάζουν οι ελιές στην Ελλάδα, αναλόγως την ποικιλία τους και την περιοχή μας. Προσοχή πρέπει να δώσουμε στην συγκομιδή των βρώσιμων ελιών γιατί πρέπει να γίνεται πάντα με το χέρι, για να μην χτυπιόνται και μαυρίσουν με αποτέλεσμα να μας χαλάσουν... Μπορούμε να τις μαζέψουμε όσες φτάνουμε κατευθείαν από την ελιά ή να κόψουμε τα ψηλά φορτωμένα με ελιές κλαδιά και να τις διαλέξουμε χωρίς κόπο μετά. Η ίδια προσοχή πρέπει να γίνεται και στη μεταφορά τους μέχρι την επεξεργασία τους. Τις χοντροελιές τις μαζεύουμε όσο είναι ακόμα πράσινες πριν ωριμάσουν και μαυρίσουν. Αντίθετα των καλαμών τις αφήνουμε να μαυρίσουν, αλλά όχι να ωριμάσουν πολύ και να ζαρώσουν.

Τις πράσινες χονδροελίες τις στουμπάμε σε ένα μεγάλο γουδί για καλύτερη ευκολία 2-3 μαζί. Αν δεν έχουμε μπορούμε να το κάνουμε με 2 κομμάτια μάρμαρο ή λείες πέτρες. 
Τις μαύρες ελιές των καλαμών τις χαράζουμε με ένα μαχαίρι 2-3 φορές. Στην αγορά υπάρχει και μηχάνημα απλό και φτηνό που τις χαράζει μόνο του 4 φορές. Έτσι γλιτώνουμε χρόνο. Αν δεν μας βολεύει το χαράκωμα μπορούμε να τις τρυπήσουμε 2-3 φορές με ένα πιρούνι. Αν έχουμε πολλές ελιές και βαριόμαστε να στουμπάμε ή να χαρακώνουμε συνέχεια, μπορούμε να παραλείψουμε αυτό το στάδιο χωρίς κανένα πρόβλημα. Απλώς θέλουν λίγες ημέρες παραπάνω στο νερό για να ξεπικρίσουν. Έτσι διατηρούνται και καλύτερα. Εμένα προσωπικώς δεν με πειράζει να πικρίζουν λίγο... Χωρίς στούμπιγμα ή χάραγμα γλυτώνουμε χρόνο, έχουμε καλύτερο γευστικό αποτέλεσμα σε βάθος χρόνου και μεγαλύτερη διάρκεια συντήρησης, ως και πάνω από δύο χρόνια.


- Κατόπιν βάζουμε τις ελιές σε λεκάνες ή δοχεία με νερό για περίπου 10 ημέρες για να ξεπικρίσουν. Προσοχή πρέπει να δώσουμε και στο χώρο που τις αφήνουμε μέχρι να ξεπικρίσουν, ο οποίος πρέπει να είναι σκιερός και δροσερός.
- Αλλάζουμε το νερό κάθε μια ή δυό μέρες για να επιταχύνουμε την διαδικασία του ξεπικρίσματος.
- Περίπου την όγδοη μέρα τις δοκιμάζουμε να δούμε αν ξεπίκρισαν και μαλάκωσαν αρκετά, αν όχι τις αφήνουμε 2-3 ημέρες ακόμα. Εγώ τις προτιμάω λίγο πικρές και σκληρές για αυτό συνήθως τις αφήνω λιγότερο στο νερό.
- Αφού τις έχουμε δοκιμάσει και μας αρέσει η γεύση τους, τις στραγγίζουμε από το νερό και τις τοποθετούμε στο τελικό δοχείο φύλαξης και συντήρησής τους.
Στο δοχείο θα πρέπει να προσθέσουμε την άλμη μας για την συντήρησή τους.
Η άλμη συνήθως γίνεται με νερό και 7% αλάτι, δηλαδή στο 1 κιλό νερό βάζουμε 70 γραμμάρια αλάτι. Για τις ελιές, και ιδίως αν πρόκειται για μεγάλες ποσότητες που θα τις διατηρήσουμε πάνω από ένα χρόνο εκτός ψυγείου ή σε συνθήκες με όχι τόσο σταθερή θερμοκρασία, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε δυνατή άλμη, με περισσότερο αλάτι σε αναλογία από 10% έως 14%.
Προσοχή: Πρέπει να αφήσουμε χώρο στο δοχείο για να προσθέσουμε ένα χοντρό δάχτυλο λάδι πάνω από τις ελιές, το οποίο επιπλέει στην επιφάνειά, για να μην έχουν οι ελιές μας επαφή με τον αέρα, ο οποίος αλλοιώνει το προϊόν μας.


Στις στουμπιστές ελιές μπορούμε να προσθέσουμε κομμάτια από λεμόνι, σκόρδο, κλαδάκια από ρίγανη, θυμάρι, δενδρολίβανο, φρέσκους σπόρους μάραθου, κόκκους από πιπέρι αναλόγως τί αρώματα και γεύσεις μας αρέσουν.
Τις χαρακωτές συνήθως τις κάνουμε ξιδάτες, προσθέτοντας ξίδι στην ποσότητα που εμείς επιθυμούμε. Μια συνηθισμένη αναλογία είναι 2 μέρη ξίδι και 3 μέρη άλμης. Μπορούμε να τις δοκιμάσουμε μετά από 2-3 μέρες και να προσθέσουμε και άλλο ξίδι αν θέλουμε.


Το μυστικό για να μην χαλάνε οι ελιές και να συντηρούνται καλύτερα είναι να μην τις χαράζουμε ως το κόκαλο και να μην τις τσακίζουμε πάρα πολύ.

Πηγή

Μέλανας Ζωμός

Στην Αρχαία Λακεδαίμονα από την εποχή του βασιλιά και νομοθέτη Λυκούργου κατά τον 8ον π.Χ. αιώνα, γινόντανε στην Λακωνία τα κοινά συσσίτια κατά τα οποία λαός και στρατός τρώγανε τον περίφημο Μέλανα Ζωμό.

Σφάζανε το χοίρο και φρόντιζαν με μεγάλη επιμέλεια να μαζέψουν το αίμα του μέχρι ρανίδος. Το αίμα ανακάτευαν με ξύδι για να μην πήξη. Κατόπιν τηγάνιζαν κρέας και λίπος και μέσα σ' αυτό έριχναν νερό. Μόλις το νερό άρχιζε να βράζει ανακάτευαν μέσα σ' αυτό αλεύρι κρίθινο και προσέθεταν λίγο-λίγο το αίμα με το ξύδι. Εν συνεχεία και ενώ συνέχιζε το βράσιμο ρίχνανε νερό ώστε να διατηρείται πάντα αραιά πηχτό, υδαρές. Όταν το παρασκεύασμα δεν απορροφούσε άλλο νερό εσήμαινε πως είχε βράσει και ήταν κατάλληλο για σερβίρισμα.

Αυτό βέβαια το φαγητό με ξύδια μέσα, με αίμα, με λίπη και αλεύρια βρασμένα ήταν πολύ βαρύ. Για τους μακρινούς όμως προγόνους μας που κάνανε πολύ σκληρή και φυσική ζωή ήταν το πιο αγαπημένο τους και δυναμωτικό φαγητό. Όταν αργότερα άλλαξαν τα πράγματα και σταματήσανε τα κοινά συσσίτια, οι κάτοικοι της Λακεδαίμονος και της Μάνης διατηρούσαν στα σπίτια τους δυο-τρία γουρούνια (χοιρινά), και παρασκεύαζαν στο σπίτι πλέον τον Μέλανα Ζωμόν.

Μικρή μόνον αλλοίωση του παρασκευάσματος έχομε παρατηρήσει μέχρι σήμερα και η αλλοίωση αυτή έγινε κατά τα τελευταία εκατό-εκατόν πενήντα χρόνια. Αφηρέθη το αίμα, το κρίθινο αλεύρι αντικατεστάθη από σμιγό και τώρα τελευταία από σιταρένιο, το δε ξύδι από λεμόνι που και γεύση καλλίτερη δίνει, αλλά κάνει πιο ελαφρό το φαγητό. Κι' αφού έφυγε το αίμα και το κρίθινο αλεύρι έπαυσε να είναι μαύρο ζουμί «Μέλας ζωμός» και ονομάστηκε γουρουνοπασπαλάς - χιουροπασπαλάς - σκοτοπασπαλάς, που είναι το πιο νόστιμο φαΐ των Μανιατών.

Ας μην κρυβόμαστε. Όσοι γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε στην Μάνη, θυμηθείτε με πόση λαχτάρα περιμέναμε την Δευτέρα του Τριωδίου, για να σφάξομε τα χοιρινά μας και να φάμε τον σκοτοπασπαλά. Δεν ήταν τόση η λαχτάρα γιατί ήταν καλό το φαγητό, αλλά γιατί διαβάζαμε στην έκφραση των μεγάλων μια επισημότητα, μια αναγκαία συνέχιση ενός εθίμου που η παράβασή του ή το σταμάτημά του ήταν μια ιεροσυλία.

Η Δευτέρα του Τριωδίου είναι κινητή κι' εξαρτάται από το Πάσχα που κι' αυτό είναι κινητή γιορτή κι' εξαρτάται με την σειρά του από την κίνηση της Σελήνης. Αλλά και οι γιορτές των Αρχαίων Λακώνων κατά τας οποίας άρχιζαν την χρήση του Μέλανος Ζωμού συνέπιπταν κατά την αυτήν περίοδον του χειμώνα όπως και σήμερα. Υπελογίζοντο σύμφωνα με την Σελήνη για την οποία οι πρόγονοί μας έτρεφαν δέος και απέδιδαν θεϊκές ιδιότητες.